Η Μειοψηφία κερδίζει;

«το να μπορείς να εκλέξεις τον αφέντη σου, δεν σημαίνει πως παύουν να υπάρχουν αφέντες και δούλοι».
Herbert Marcuse, Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος

Παρά το εκβιαστικό δίλημμα του ίδιου του πρωθυπουργού την πρώτη βδομάδα των εκλογών, που ουσιαστικά θέλησε -άκρως «δημοκρατικά»- να υφαρπάξει την ψήφο των πολιτών, στην πρόσφατη εκλογική διαδικασία είδαμε μια πρωτοφανή αμφισβήτηση συνολικά του πολιτικού συστήματος. Και αναφερόμαστε στο πολιτικό σύστημα, διότι ο χαρακτήρας της εν λόγω προεκλογικής περιόδου αφορούσε αποκλειστικά στο ίδιο το πολιτικό σύστημα και τις «δυνάμεις» του και κατ’ ελάχιστο στην αυτοδιοίκηση, τρανταχτή απόδειξη της σημασίας που δίνουν οι κυρίαρχοι αποκλειστικά και μόνο στην επιβίωση τους. Και αν εν τέλει ο πρώτος γύρος των εκλογών τοπικής αυτοδιοίκησης δημιούργησε προβληματισμούς αναφορικά με το ύψιστο – στα επίπεδα του πρωτοφανούς – ποσοστό αποχής εξαιτίας των απειλών του Πρωθυπουργού που μας υπενθυμίζουν την ύπαρξη του παπανδρεϊσμού ως ιδεολόγημα στη χώρα, ο δεύτερος γύρος αντί να «εξομαλύνει» την κατάσταση προς όφελος των δρώντων του πολιτικού παιγνίου, αντιθέτως μετέτρεψε τους προβληματισμούς σε φοβικά σύνδρομα.

Συνολικά το 47,5% του εκλογικού σώματος στον πρώτο γύρο της εκλογικής διαδικασίας, α-ψήφισε μέσω της εκκωφαντικής αποχής του (συν λευκό/άκυρο) τους ωμούς εκβιασμούς και τις περί μονόδρομου διακηρύξεις, τη στιγμή που η «δημοκρατική» κυβέρνηση, είναι τόσο δημοκρατική που νομιμοποιείται -σύμφωνα με το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών- από το 34% των όσων ψήφισαν, ή ακόμη πιο καθαρά από το 18% του συνολικού εκλογικού σώματος. Το αξιοσημείωτο είναι φυσικά πως την δεύτερη εκλογική εβδομάδα παρατηρήθηκε σε αρκετούς δήμους (όπως αυτόν της Θεσσαλονίκης) μια απόλυτη νίκη της αποχής με ποσοστά άνω του 50%. Οι απέχοντες νίκησαν όχι μόνο τους κομματικούς συνδυασμούς, όπως συνέβαινε εδώ και καιρό, αλλά εν τέλει νίκησαν τον ίδιο τον θεσμό των εκλογών της αντιπροσώπευσης και της ανάθεσης εξουσιών. Το πολιτικό σύστημα μετά τα αποτελέσματα και την παράλληλη αύξηση της αποχής, απονομιμοποιήθηκε πολιτικά. Εκτός από ολιγαρχικό, παρόλες τις φανφάρες περί δημοκρατικότητας του σημερινού καθεστώτος, το σύστημα από χτες κατάντησε να μην είναι ούτε καν πλειοψηφικό σε απόλυτους αριθμούς. Η αποχή – και τα λευκά και τα άκυρα – , νίκησαν όποιον επικαλείται τους υπάρχοντες θεσμούς, προκειμένου διαμέσου αυτών να αξιώσει ισχύ εις βάρος άλλων (τον δήμαρχο, το κόμμα, τον περιφερειάρχη).

Αυτό αποδεικνύει πως εν τέλει η αποχή δεν ήταν απλώς μια ακτιβιστική πράξη, όπως θέλουν να ερμηνεύουν οι διάφοροι πολιτικοί παράγοντες, κατά την οποία η κοινωνία απλώς επιθυμεί να ακούσει το «mea culpa» ώστε να επέλθει η κάθαρσις, αλλά είναι εν τέλει μια πολιτική πράξη, μιας και όπως φαίνεται σε επίπεδα σαν τα πρόσφατα, έστω και άρρητα, αποδίδει μια ουσιαστική και υγιή αμφισβήτηση σε έναν ολόκληρο θεσμό που πλαισιώνει ένα απαρχαιωμένο πολιτικό σύστημα. Η κοινωνία δείχνει αφενός να μην αναγνωρίζει τον επίσημο πολιτικό λόγο, αλλά αφετέρου, αυτό οφείλεται στην αδυνατότητα του θεσμού να μετουσιώσει τον λόγο σε πράξη. Κοντολογίς, η «δημιουργία θέσεων εργασίας στο τοπικό επίπεδο», η «ανάπτυξη της πόλης μας», το «δωρεάν ίντερνετ», οι «red roads», οι «λαγοί με πετραχήλια», παραμένουν απλά ένας λόγος ευχολογίου και λαϊκίζουσας γλώσσας για τον εξής και μόνο λόγο: όπως παρατηρεί και ο Γιώργος Οικονόμου στο βιβλίο του Από την Κρίση του Κοινοβουλευτισμού στη Δημοκρατία, δεν υπογράφεται μεταξύ αυτού που εκλέγει και αυτού που εκλέγεται κάποιο συμβόλαιο που να πιστοποιεί τα «συμφωνηθέντα», αλλά και ούτε υπάρχει δυνατότητα καθαίρεσης αν όντως δεν υλοποιηθεί το «πολιτικό σχέδιο» που είχε προαναγγελθεί.

Επομένως οι «αντικειμενικές» έρευνες διαφόρων στατιστικολόγων για χάρη των ΜΜΕ και του lifestyle, που απλώς μετατοπίζουν το πρόβλημα στην ανικανότητα των κομμάτων ή των προσώπων που ενσαρκώνουν τα ιδεώδη τους, ούτε ως «αντικειμενικές» κρίνονται, ούτε καν σαν έρευνες. Με ποιό δικαίωμα μια έρευνα, είναι έρευνα όταν προβάλλει 5 επιλογές, μπροστά σε μία απειρία νοημάτων και καταστάσεων και βαφτίζει αυτές τις επιλογές αντικειμενικές; Προφανώς και μια αγανάχτηση προς τα κόμματα (ή τα πρόσωπα στην περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης) από τον κόσμο, αντιστοιχεί στην, και συνδέεται άμεσα (όχι απλώς έμμεσα) με την εκχώρηση της απόλυτης πολιτικής εξουσίας σε αυτά, που εν τέλει τα οδηγεί μετεκλογικά να λαμβάνουν εκ διαμέτρου αντίθετες αποφάσεις από αυτές που είχαν ανακοινώσει προεκλογικά, εφόσον ούτε κάποιος νόμος που τα αναγκάζει να ακολουθήσουν κατά γράμμα την προεκλογική τους εκστρατεία υπάρχει, ούτε νομικές κυρώσεις.

Η απεμπόληση των υποχρεώσεων των αντιπροσώπων και η ανευθυνότητα τους, αποδεικνύουν ευθύς εξαρχής πως το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να θεωρείται ούτε κατά διάνοια δημοκρατικό, εφόσον αρχές όπως της πλειοψηφίας και της ισονομίας δεν υφίστανται θεσμικά. Αλλά θα εξακολουθούσε να μην είναι δημοκρατικό ακόμα και αν τα κόμματα (εν προκειμένω αυτά που βρίσκονται στην εξουσία) απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του πλειοψηφούντος τμήματος της κοινωνίας, μιας και τυγχάνει υπό το σημερινό καθεστώς να μην υφίσταται η «κυριαρχία» του «δήμου» (δημο – κρατία), δηλαδή η λήψη αποφάσεων απευθείας από τους πολίτες.

«Η εξουσία φθείρει, η απόλυτη εξουσία φθείρει απόλυτα» όπως θα ‘λεγε και ο λόρδος Acton, επομένως δεν τίθεται απλώς και μόνο ένα ζήτημα αλλαγής των σαθρών προσώπων, των λαοπλάνων και των ραδιούργων, από καθαρά υποκείμενα που δεν θα είναι εμποτισμένα από αυτές τις νοοτροπίες και τα κοινωνικά νοήματα, αλλά προκύπτουν ζητήματα πιο βαθιά, όπως η ουσιαστική ρήξη με το υπάρχον αξίζειν/ισχύειν και η δημιουργία μιας νέας σχέσης εξουσίας μεταξύ των πολιτών δικαιότερη και πιο ηθική.

Αυτό το διαφορετικό αξίζειν/ισχύειν είναι κοινωνική υπόθεση και όχι υπόθεση φατριών και διαφόρων ελίτ, και ως κοινωνική υπόθεση θα εκχωρήσει την πολιτική εξουσία πραγματικά στο δήμο μέσω λαϊκών συνελεύσεων και όχι σε λίγους ψευδο-ειδικούς και ψευδο-τεχνοκράτες που θα ομιλούν εξ’ονόματος του, προκειμένου να ακούγονται και να λύνονται όλα τα προβλήματα και να μην υπάρχει διαχωρισμός σε σημαντικά και εργαλειακά προβλήματα από τα διάφορα γραφεία που πλαισιώνουν το εξουσιαστικό κέντρο. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην: δημιουργία νέων μορφών διοίκησης, σε σημείο όπου η αυτοδιοίκηση αλλάζει νόημα και κυρίως το σημερινό της νόημα όπου υπάρχει η τάση να μην αντιμετωπίζονται τα προβλήματα ως θεσμικά αλλά απλώς ως ανικανότητα των ανθρώπων, ή για να είμαστε πιο ακριβείς επανοικειοποιείται το πραγματικό της νόημα, όπου η αυτό-διοίκηση στο δημοτικό επίπεδο γίνεται υπόθεση δημοτών και όχι δημάρχων . Μ’ αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η παράλληλη μετατροπή των «αντιπροσώπων» στο τοπικό επίπεδο που λαμβάνουν όλη την εξουσία μέσω των τοπικών εκλογών, από «εκπροσώπους», δηλαδή η μετατροπή τους από ένα κέντρο αποφάσεων για τα ζητήματα των άλλων (δηλαδή όλων), σε ένα απλό εκτελεστικό όργανο που θα υλοποιεί τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, με τις όποιες κυρώσεις θα μπορεί να φέρει η μη τήρηση των.

Επομένως επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα αν έχουμε δημοκρατία, οφείλουμε να πούμε πως για εμάς, η δημοκρατία νοείται μόνο ως μια συνεχής διαδικασία που είναι προϊόν κοινής, συλλογικής και ρητής δράσης αμφισβήτησης ενός μέρους ή και ολόκληρου του τρόπου θέσμισης της κοινωνίας. Και ταυτοχρόνως είναι ένα πολίτευμα που μπορεί να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες σάπιους θεσμούς. Είναι δηλαδή ένα καθεστώς που ευνοεί τις συλλογικές διαδικασίες να ευδοκιμήσουν. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί μόνη της η ίδια η κοινωνία βρίσκοντας τους τρόπους για να το πετύχει, χωρίς να χρειάζεται κανένα κόμμα, πολιτικό, ή μεσσία. Μπορούμε όμως, καταρχάς, να στραφούμε από τώρα στην οικοδόμηση μιας δημοκρατίας στο δημοτικό πεδίο, όπου αυτοοργανωμένα θα αποφασίζουμε συλλογικά για τα όσα μας αφορούν. Μακριά από κράτη, αστυνομίες, κόμματα και διευθύνοντες που θα μας επιβάλλονται.

Αν μία κοινωνία δεν μπορεί να σώσει η ίδια τον εαυτό της, τότε δεν μπορεί να τη σώσει κανείς επίδοξος «σωτήρας» στο όνομα της. Κι αν προσπαθήσει να το κάνει, τότε σίγουρα θα είναι δικτάτορας…
Σ’αυτό το σημείο καμπής, αναδύεται ένα σαφές μήνυμα:

ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ
ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

άλλη δημοκρατία