Ο Φώτης Τερζάκης για τη Φύση και την Κοινωνία

Παρακολούθησα στο Μικρόπολις στη Θεσσαλονίκη, στις 12/10 μία διάλεξη του Φώτη Τερζάκη με θέμα «Φύση και Κοινωνία».

Εντυπωσιάστηκα από τη διάλεξη αυτή για διάφορους λόγους. Όχι μόνο κατέδειξε την πολυμάθεια του ανθρώπου, αλλά επίσης και την ικανότητά του να τη χειρίζεται γόνιμα, καθώς μιλούσε από στήθους χωρίς να διαβάζει κείμενο. Συγχρόνως ο τρόπος παρουσίασης των ιδεών ήταν τέτοιος ώστε προκαλούσε συνεχώς την κριτική σκέψη του ακροατή.

Όλες αυτές τις γνώσεις και ικανότητες συνέχει και ένα γνήσιο απελευθερωτικό ενδιαφέρον, ελευθεριακών και ριζοσπαστικών διαθέσεων. Οι όποιες διαφωνίες λοιπόν που αναδείχθηκαν στη συζήτηση που ακολούθησε τη διάλεξη ήταν για μένα πολύ γόνιμες.

Σ’ αυτό το κείμενο θα καταγράψω κάποιους προβληματισμούς, πολύ σημαντικούς από τη σκοπιά της κοινωνικής οικολογίας, με αφορμή την εισήγηση και την εκδήλωση. Δεν είναι ο αρχικός σκοπός μου ούτε η πλήρης παρουσίαση όσων ειπώθηκαν ούτε η σύνολη κριτική των ιδεών του Τερζάκη επί του θέματος.

Η γυναικεία χειραφέτηση

Για το θέμα του φεμινισμού, νομίζω ότι ο Τερζάκης ήταν πολύ εύστοχος σε όλα τα σχόλιά του. Έκανε ριζική κριτική σε μεταμοντέρνες απόψεις (κονστρουκτιβιστικές) οι οποίες θεωρούν στην ουσία ότι δεν υπάρχουν φύλα παρά μόνο αυθαίρετοι κοινωνικοί ρόλοι, κι αυτοί ακόμα χωρίς αντικειμενική διάσταση. Πολύ ορθά επισήμανε ότι αν ακολουθήσουμε αυτή τη λογική στις ακραίες της συνέπειες, τότε θα χάσουμε από τα μάτια μας τις ίδιες τις γυναίκες οι οποίες αγωνίζονται για μια μη-πατριαρχική κοινωνία. Από πού θα εξαπολύσουμε την κριτική και για ποιον;

Ακόμα κι αν τα φύλα ήταν αμιγώς κοινωνικά (που δεν είναι), η διαφορά μεταξύ τους παραμένει ως τέτοια. Η ισοπέδωση που διαδίδουν οι μεταμοντέρνες αυτές απόψεις δεν είναι άσχετες με τη φιλελεύθερη ισοπέδωση που θεώρησε πως το άπαν της απελευθέρωσης των γυναικών είναι η ισότιμη υιοθέτηση παραδοσιακών πατριαρχικών ρόλων.

Φύση, Αντόρνο και φροϋδισμός

Θα περάσω τώρα σε κάποια θέματα που ενείχαν περισσότερες αμφισημίες από τη σκοπιά της κοινωνικής οικολογίας. Ας με συγχωρήσει ο αναγνώστης που ως πέρασμα θα χρησιμοποιήσω μια κάπως πιο θεωρητική συζήτηση για τον Αντόρνο.

Ο Τερζάκης στην εισήγησή του έδωσε έμφαση στη θεώρηση της φύσης από τον Αντόρνο και τη Σχολή της Φραγκφούρτη, ως ενός απερίσταλτου είναι που όχι μόνο δεν μπορεί να κατακτήσει πλήρως η κοινωνία, αλλά και η ίδια η ιδέα αυτής της κατάκτησης είναι άνευ νοήματος. Κατά την ερμηνεία που πρόκρινε ο Τερζάκης, σύμφωνα με τους φραγκφουρτέζους, σ’ αυτή την «ανέγγιχτη» φύση (η οποία βρίσκεται και εντός του ανθρώπου) μπορεί να βασιστεί σε κάποιο βαθμό και η ελπίδα της χειραφέτησης σήμερα. Επ’ αυτού δόθηκε και το παράδειγμα του Αντόρνο όταν υποστήριζε τον «βιολογισμό» του Φρόιντ έναντι των μεταφροϋδικών ρεβιζιονιστών (Φρομ, Χόρνεϋ κ.α.) οι οποίοι έδιναν έμφαση στην κοινωνική πλευρά των ψυχικών συγκρούσεων.

Κατά την άποψή μου, πράγματι υπάρχουν αυτά τα στοιχεία στους φραγκφουρτέζους, αλλά δεν είναι κεντρικά ως τέτοια. Υπάρχουν, γιατί ο αστικός καπιταλιστικός εξορθολογισμός, όπως μας δίδαξαν, δεν θέλησε να κατακτήσει μόνο την εξωτερική φύση αλλά και την εσωτερική φύση του ανθρώπου. Έπνιξε τη ζωντάνια των ορμών του στην αλυσίδα συναρμολόγησης και στην ιδεολογία της απόδοσης. Αυτή η παρουσίαση όμως χάνει το νόημά της χωρίς την αναφορά σε μία άλλη εξίσου σημαντική διάσταση.

Ο Αντόρνο υποστήριξε τον βιολογισμό του Φρόιντ πρωτίστως για άλλους λόγους. Μία εμπορευματική κοινωνία στην οποία οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πράγματα, αρχίζει να χάνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Γίνεται σαν φύση, μία δεύτερη φύση. Μ’ αυτήν την έννοια, ο Φρόιντ με τον βιολογισμό του είναι καταλληλότερος να περιγράψει τι γίνεται σ’ αυτήν την κοινωνία από τους νεοφροϋδικούς που βαυκαλίζονται πιστεύοντας ακόμα στην καινοτόμο δύναμη της κοινωνίας και στη δύναμη του ανθρώπου μέσα στον πιο ακραίο φετιχισμό.

Η φύση του Αντόρνο λοιπόν δεν είναι κάτι μη κοινωνικό αλλά κοινωνία που έχει παγώσει, και έχει πάρει τη μορφή που ο ίδιος ο αστικός εξορθολογισμός προσέδωσε στη φύση. Αυτή η θεώρηση έχει διττή σημασία: η ιστορία φυσικοποιείται, αλλά συγχρόνως η φύση ιστορικοποιείται. Δεν υπάρχει ούτε αμιγής κοινωνία ούτε αμιγής φύση.

Κοινωνία και Φύση

Για να μη γίνω εντελώς βαρετός, σταματάω εδώ τη συζήτηση του Αντόρνο, γιατί θα μπορούσα να συνεχίσω καταδεικνύοντας γιατί αυτή η θεώρηση της φύσης ενέχει κάτι επαναστατικό αλλά και κάτι βαθιά απαισιόδοξο γι’ αυτόν. Επιστρέφω στο θέμα μας.

Ο Τερζάκης διευκρίνισε ότι προκρίνει μία διαλεκτική σχέση κοινωνίας και φύσης αλλά νομίζω ότι δόθηκε περισσότερη έμφαση στη μία διάσταση της φύσης, ως του μη τεχνητού και ανθρώπινου, το οποίο μπορεί να μείνει έξω από τον έλεγχο του ανθρώπου και συνεπώς είναι δυνάμει απελευθερωτικό. Εδώ μου έρχεται για παράδειγμα η θεώρηση του ασυνείδητου ως πηγή απελευθερωτικών δυνάμεων.

Νομίζω η απελευθέρωση θα είναι περισσότερο έργο ιστορικών δυνάμεων παρά «φυσικών» με την παραπάνω έννοια. Αλλά ιστορικό δεν σημαίνει αποκλειστικά κοινωνικό. Πρέπει να δούμε την ενότητα φύσης και κοινωνίας και όχι μόνο τη διαφορά τους. Για την ακρίβεια, την ενότητα στη διαφορά τους.

Εδώ υπάρχει μία πλούσια παράδοση στην οποία δεν αναφέρθηκε κανείς στην εκδήλωση. Μπορεί να εντάξει κανείς σ’ αυτήν τον Ντιντερό με την έννοια της «αισθητικότητας» της ύλης που ανέπτυξε, αλλά και τη φιλοσοφία της φύσης του Χέγκελ. Ακόμα, σημαντικό μέρος του μαρξισμού (ειδικά αυτό που αποκρυσταλλώθηκε στη Σχολή της Φραγκφούρτης), και βεβαίως τις ιδέες του Μάρεϊ Μπούκτσιν για την κοινωνική οικολογία.

Εδώ η φύση θεωρείται δυνάμει υποκειμενική, έμφορτη δυνατοτήτων για επιλογή και συνείδηση, ενώ η κοινωνία θεωρείται δυνάμει αυτοσυνειδητή φύση. Ως τέτοιες στέκουν η μία απέναντι στην άλλη ως αλληλοαρνήσεις αλλά η ενεργός και έλλογη σκέψη και πράξη μπορεί να άρει την άρνηση σε μία αληθινή ενότητα στη διαφορά. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία χωρίς τη φύση, αλλά και χωρίς την κοινωνία η φύση δεν θα μπορούσε να αποκτήσει συνείδησή του εαυτού της.

Η έμφαση στον «άγριο» χαρακτήρα της φύσης, με την έννοια του αχαρτογράφητου, χάνει αυτή τη διαλεκτική, παρότι βλέπει την απελευθερωτική διάσταση στο «φυσικό». Επίσης, η έμφαση στον αχαρτογράφητο αυτό χαρακτήρα νομίζω αναδεικνύει περισσότερο μία διαφορά που δεν δικαιολογείται πια, και καλεί εμμέσως σε μία νέα χαρτογράφηση, η οποία στον αστικό πολιτισμό σημαίνει κατάκτηση, δηλαδή ιδεολογία κυριαρχίας. Διατηρεί τον δυισμό. Η φύση όμως είναι τόσο το αχαρτογράφητο όσο και το οικείο.

Επίσης, δεν πρέπει να καλλιεργείται η εντύπωση ότι κάτι απλώς φυσικό ανθίσταται στην κυριαρχία. Μία τέτοια θεώρηση του αμιγώς φυσικού μπορεί να οδηγήσει σε μία ανορθολογική και συντηρητική αντίσταση, όπως έχει φανεί από διάφορες σκοτεινές πλευρές του οικολογικού κινήματος.

Επιστήμη

Έχοντας απομυθοποιήσει τη φύση και την κοινωνία, μπορούμε να δούμε ψύχραιμα και το θέμα της επιστήμης. Όταν η φυσική επιστήμη διατείνεται ότι μπορεί να γνωρίσει πραγματικά πτυχές της φύσης καλύτερα από ανταγωνιστικά παραδείγματα, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι καθιστά τη φύση δεδομένο προς εκμετάλλευση. Όταν διατείνεται με τις μεθόδους της ότι μπορεί να εξαντλήσει κάθε πτυχή του φυσικού και κοινωνικού κόσμου, τότε γίνεται επικίνδυνη, αλλά τότε δεν είναι πια επιστήμη αλλά επιστημονισμός.

Η σύγκρουση της φυσικής επιστήμης με πολλές προαιώνιες προκαταλήψεις για τα φυσικά φαινόμενα, δεν είναι αναγκαστικά μέρος της ιδεολογίας της κυριάρχησης της φύσης. Όταν συμβαίνει αυτό συμβαίνει επειδή η επιστήμη αναπτύσσεται μέσα σε ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις. Η κυριαρχία της φυσικής επί των παλαιών προκαταλήψεων ήταν αγώνας όχι μόνο για τη συνείδηση της κοινωνίας αλλά και την αυτοσυνείδηση της φύσης. Αγώνας με αμφισημίες, ίσως όχι γραμμικά προοδευτικός, αλλά σίγουρα απελευθερωτικός από πολλές απόψεις.

Σίγουρα λοιπόν, τόσο οι σαμάνοι και οι οιωνοσκόποι, όσο και οι σημερινοί επιστήμονες, εξυπηρετούν και εξυπηρετούσαν κοινωνικές ανάγκες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα πορίσματά τους μπορούν να αξιώσουν εξίσου την αλήθεια.

Είναι μεγάλο κέρδος να διερευνούμε τον κοινωνικό χαρακτήρα της γνώσης, τον τρόπο με τον οποίο η γνώση αναπτύσσεται εντός και επηρεάζεται από τις ταξικές και ιεραρχικές σχέσεις. Αλλά αυτό δεν μπορεί να μας κάνει να ξεχνάμε και τον φυσικό χαρακτήρα της γνώσης. Νομίζω στην εισήγηση και συζήτηση δόθηκε μεγάλο βάρος μόνο στον πρώτο. Όμως, για να δώσω ένα παράδειγμα, το να πούμε ότι η αποφασιστική επικράτηση του ηλιοκεντρικού συστήματος ήταν αποτέλεσμα του αγώνα της αστικής τάξης ενάντια στο παλαιό καθεστώς, δεν σημαίνει ότι δεν είναι αλήθεια ότι όντως το ηλιακό σύστημα είναι ηλιοκεντρικό και όχι γαιοκεντρικό.

Κάθε απόφανση και κάθε πράξη συσχετίζεται με την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να σταθεί αυτόματα στο ύψος του Λόγου. Κι αυτό αφορά τόσο τη βουντού ιατρική όσο και ένα ναζιστικό καθεστώς. Η λειτουργικότητά τους σε μία κοινωνία δεν είναι επιχείρημα για την αλήθεια τους.

Αλλά ας μην ανοίξω το θέμα γενικά στη γνώση και ας επικεντρωθώ στην επιστήμη. Στην προσπάθειά μας να ασκήσουμε, πολύ σωστά, κριτική στον σύγχρονο επιστημονισμό και στη θεοποίηση των ειδικών, δεν μπορούμε να εξιδανικεύουμε αντιεπιστημονικές οπτικές και κοσμοθεωρήσεις. Όσα κι αν έχουμε διαβάσει κατά καιρούς από τον Φεγεράμπεντ και τους υποστηρικτές τού «όλα επιτρέπονται», στην καθημερινή μας πρακτική θα κατεβαίναμε από την ταράτσα ενός ψηλού κτιρίου με τις σκάλες ή το ασανσέρ, κι ας μας συμβούλευαν διάφοροι σύγχρονοι σαμάνοι να πηδήξουμε από την ταράτσα, σύμφωνα με κάποιο νέο τους όραμα.

Βέβαια ο Τερζάκης δεν είναι ακραίος, ούτε υποστήριξε τα παραπάνω. Δεν λέει ότι σήμερα θα είχε νόημα να εμπιστευόμαστε εξίσου τους σαμάνους και τους φυσικούς επιστήμονες. Αυτό που υποστήριξε ήταν ότι ο καθένας στην κοινωνία του εκπληρώνει έναν κοινωνικό ρόλο, που δεν μπορεί να μετρηθεί σε βαθμούς αλήθειας. Ή, τουλάχιστον, αυτό δεν είναι το σημαντικό. Εγώ αυτό κατάλαβα.

Ακόμα κι αυτή η στάση όμως σχετικοποιεί εμμέσως αυτές τις πρακτικές. Ο Μαρξ έλεγε ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη. Όλοι είναι ικανοί γι’ αυτήν. Για να την κατακτήσει όμως κανείς πρέπει να μοχθήσει, να βάλει σε λειτουργία τον έλλογο εξοπλισμό και την κριτική του δύναμη (και φυσικά να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις). Οι σαμάνοι σχετίζονταν και σχετίζονται με μυστικές δυνάμεις, κληρονομημένες ιδιότητες, συναρτημένες ακόμα και θεωρητικά με προνόμια λίγων εκλεκτών. Για την τέχνη τους υπάρχει σίγουρα βασιλική οδός.

Η επιστήμη είναι από τη φύση της δημοκρατική. Προχωράει μέσα από την αμείλικτη κριτική και το λόγον διδόναι. Μπορεί ωστόσο, οι εφαρμογές της σε μία συγκεκριμένη κοινωνία να είναι αντιδημοκρατικές, είτε με την κακή χρήση της είτε με την αξίωσή της να έχει τον τελευταίο λόγο για το σύνολο της ύπαρξης (ερμηνεύοντας π.χ. την ηθική με τα γονίδια) πέρα από τις εργαλειακές πλευρές της πραγματικότητας. Η μέθοδος των σαμάνων και των οιωνοσκόπων είναι πάντα αντιδημοκρατική, όπως κι αν είναι το κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου αναπτύσσεται.

Υπάρχει βέβαια το αντεπιχείρημα ότι οι κοινωνίες των σαμάνων δεν ήταν ιεραρχικές. Θα έλεγα αρχικά ότι δεν ήταν και δημοκρατικές ή ελευθεριακά κομμουνιστικές. Αλλά και πέρα απ’ αυτό, ο σαμάνος είναι μια μεταβατική φιγούρα που συνέβαλλε στην μετατροπή των απλών διαφορών κύρους σε θεσμικές μορφές ιεραρχίας, οι οποίες οδήγησαν στη συνέχεια και στην ανάδυση των τάξεων.

Το ότι η στάση που επικεντρώνει μονάχα στον κοινωνικό χαρακτήρα της επιστήμης δεν είναι αρκετή, φάνηκε στην εκδήλωση και από την ευνοϊκή στάση απέναντι σε πρακτικές όπως η ομοιοπαθητική και ο βελονισμός. Το να αποδεχθεί κανείς αυτές τις μεθόδους χωρίς την έγκριση της επιστήμης (η οποία π.χ. δέχεται και εξηγεί κάποιες λειτουργίες του βελονισμού, χωρίς βέβαια να αναφέρεται σε ενεργειακά πεδία και γιν και γιανγκ) σημαίνει ότι ανοίγει την πόρτα σε οποιαδήποτε μέθοδο που δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος του λόγου και της κριτικής σκέψης. Επόμενο βήμα μπορεί να είναι η αποδοχή της βουντού ιατρικής και ακόμα πιο μετά δεν ξέρω.

Δυτικές προκαταλήψεις;

Αυτά δεν είναι ευρωκεντρικές και φιλοδυτικές προκαταλήψεις. Η ιστορική ανάπτυξη ήταν και είναι άνιση. Τα οφέλη της όμως είναι παγκόσμια. Μπορεί έξω από τη δύση να μην αναπτύχθηκαν για παράδειγμα ποτέ τόσο πολλά επαναστατικά κινήματα αλλά σπέρματα και τάσεις αυτών των κινημάτων υπήρχαν πολλά. Πρέπει να δούμε τι εμπόδισε εν τέλει παρόμοια κινήματα να εμφανιστούν, όπως τα εμπόδισε και στη δύση να ανθίσουν πλήρως. Το ίδιο και με την επιστήμη. Οι καταβολές της προέρχονται απ’ όλες τις άκρες της υφηλίου.

Ακόμα πατάμε πάνω στα μεγάλα οικουμενικά ιστορικά κύματα που δημιούργησαν το αλφάβητο, τη γεωργία, την πόλη, τους αριθμούς και πολλές ακόμα καθολικές ανθρώπινες επαναστάσεις.

Η υπεράσπιση της αλήθειας και της ελευθερίας όπως αποκρυσταλλώνεται στις μεγάλες ιδέες και τις μεγάλες επαναστάσεις είναι ένας αγώνας τον οποίο, με όλες τις αμφισημίες του, δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε στην καθολικότητά του. Μπορεί οι δεσμοί αίματος να δέχθηκαν μεγάλο πλήγμα από την ανάδυση του πολίτη, αλλά ακόμα μένει το βήμα της ανάδυσης του ανθρώπου και, μαζί του, της φύσης και της ιστορίας.

Θοδωρής Βελισσάρης

15 σκέψεις στο “Ο Φώτης Τερζάκης για τη Φύση και την Κοινωνία”

  1. Επειδή δεν θέλω να είμαι απόλυτος, εφόσον το κείμενο δεν περιστρέφεται προφανώς γύρω από μία κριτική που εκκινεί από μία έννοια “τα γραπτά μένουν”, αναφέρω εδώ μία επισήμανση που μου έγινε:

    Ένας άλλος παρευρισκόμενος στην εκδήλωση μού είπε ότι ο Τερζάκης δεν αναφέρθηκε καθόλου στον βελονισμό, ενώ εγώ είχα την εντύπωση ότι ο βελονισμός αναφέρθηκε ρητά στην κουβέντα που ακολούθησε της συζήτησης και από αυτόν (σίγουρα αναφέρθηκε από άλλους).

    Νομίζω ότι αυτό δεν αλλάζει πολλά, τόσο γιατί η αναφορά στον βελονισμό είναι δευτερεύουσας σημασίας, όσο και γιατί το κείμενο αυτό σχολιάζει πρωτίστως γενικότερες ιδέες με αφορμή την εκδήλωση με τον Τερζάκη, και όχι τον ίδιο τον Τερζάκη.

    Θοδωρής Βελισσάρης

    1. Και κάτι που θυμήθηκα πρόσφατα: ο Τερζάκης, θέλοντας να αμφισβητήσει την αξία του ορθολογισμού, είπε πως επιστήμονες όπως ο Νεύτωνας τα βρήκαν απόλυτα με την εξουσία και αναπαρήγαγαν την εξουσία της.

      Ό,τι κι αν έγινε, είναι σίγουρο ότι, μακροπρόθεσμα, το έργο επιστημόνων όπως ο Νεύτωνας στράφηκε ενάντια σε προκαταλήψεις που στήριζαν τη θρησκεία και στηρίζονταν απ’ αυτή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς πολλοί επιστήμονες κρύβανε την κριτική τους διάθεση απέναντι στη θρησκεία για ευνόητους λόγους.

      Σήμερα, για παράδειγμα, ο πάπας έχει αναγκαστεί να αναθεωρήσει πολλές αντιδραστικές τοποθετήσεις της εκκλησίας, εξαιτίας, σε μεγάλο βαθμό, της επιστημονικής γνώσης.

  2. Αγαπητέ Θοδωρή, δεν ήμουνα στη διάλεξη του Φ. Τερζάκη αλλά από το κείμενο σου, μου το επιβεβάιωσε και ο Αθανάσιος Γεωργιλάς, κατάλαβα ότι το θέμα του ήταν το ζήτημα της σχέσης φύσης- κοινωνίας στον δυτικό πολιτισμό από τον Αριστοτέλη μέχρι σήμερα. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα δικά μου ενδιαφέροντα περιορίζονται στη μελέτη της σχέσης αυτής αφενός από την Ιλιάδα μέχρι και τον Αριστοτέλη και αφετέρου στη συνάφειά του με το μείζον ζήτημα της ανθρωπογένεσης. Ο φίλος μας Αθανάσιος με παρότρυνε να κάνω ένα σχολιο, δέχτηκα την παρότρυνση και θα το κάνω όχι για να επισημάνω ελλείψεις ή να καταγράψω διαφωνίες αλλά χάριν εμπλουτισμού της συζήτησης και των αυτομορφωτικών συναντήσεων.
    Μία από τις κεντρικές κολόνες (για να μιλήσω ως καλουπατζής) του δυτικού πολιτισμικού οικοδομήματος είναι η αντίληψη ότι ο θάνατος είναι παραλογισμός, μια αντίληψη που συμπλέκει ένα φυσικό φαινόμενο με την κοινωνία με έναν συγκεκριμένο τρόπο και μάλιστα ιστορικά καθορισμένο. Η πεποίθηση ότι ο θάνατος είναι παραλογισμός σχηματίστηκε στην Ιλιάδα και μπορούμε να ανιχνεύσουμε τη διαδικασία του σχηματισμού της. Η ήττα είναι παραλογισμός – ο θάνατος είναι ήττα, άρα ο θάνατος είναι παραλογισμός. Η ζωή είναι η λογική, δηλαδή η νίκη, δηλαδή η εξασφάλιση της λείας (του αποτελέσματος της συλλογικά οργανωμένης αρπαγής ξένου κοινωνικού πλούτου). Για τον ήρωα της Ιλιάδας, ποιμένα-πολεμιστή, απώλεια της λείας είναι ήττα, είναι παραλογισμός, Ο θάνατος είναι απώλεια, ο θάνατος είναι ήττα. Εάν ο ήρωας είναι ο ηττημένος, ποιος είναι ο νικητής; Ο θάνατος, όχι μόνο ο βίαιος αλλά και ο φυσικός, αυτός είναι ο νικητής. Ο θάνατος όμως είναι ένα φυσικό φαινόμενο, άρα νικητής είναι η Φύση, ο Θάνατος, ο Χάρων, ο Χάρος (‘είδα τον Χάρο με τα μάτια μου’).
    Ο ήρωας αποδέχεται ότι η φύση είναι πιο ισχυρή από αυτήν, θαυμάζει την ισχύ της φύσης, λατρεύει κάθε φυσική εκδήλωση της ισχύος, λατρεύει το αήττητο (π.χ. τον ήλιο) και θέλει να γίνει ισχυρός σαν τη φύση. Και όχι μόνο: θέλει να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση: θέλει να γίνει αθάνατος.
    Η Ιλιάδα είναι ένας ύμνος στη λατρεία της ισχύος της φύσης. Εάν το όπλο του Διός είναι ο κεραυνός, είναι γιατί θα ήθελε ο ίδιος ο ήρωας να έχει ένα παρόμοιο ισχυρό όπλο κι όχι αυτό το αναποτελεσματικό όπλο, το δόρυ, που το βεληνεκές του δεν περνάει τα είκοσι μέτρα. Έτσι, ο ανθρωπομορφισμός και η προσωποποίηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καταγραφή των επιθυμιών του ήρωα να γίνει ισχυρός σαν τη φυση και μάλιστα ακόμα πιο ισχυρός, να γίνει αθάνατος, να υποτάξει τον θάνατο, δηλαδή τη φύση. Εάν ο Ζεύς είναι αυτός που προκαλεί τη βροχή, είναι γιατί ο ίδιος ο ήρωας θα ήθελε να την προκαλούσε, να προκαλεί ο ίδιος όλα τα φυσικά φαινόμενα.
    Ο ήρωας λατρεύει την ισχύ του ήλιου, της καταιγίδας, του κεραυνού, της κίνησης των νεφών, των κυμάτων, του χειμάρρου, του ποταμού, του αετού, του γερακιού, του λιονταριού, του λύκου, της λάμψης, της πτήσης και πολλών άλλων φυσικών φαινομένων. Λατρεύω σημαίνει επιθυμώ. Πίσω από κάθε λατρεία λανθάνει μια επιθυμία αύξησης της ισχύος του ήρωα. Η διατύπωση όμως των επιθυμιών δεν είναι μόνο υπαινικτική αλλά και ρητή: ομολογεί ότι θέλει να είναι αγέραστος, αθάνατος, αήττητος μόνο που δεν μπορεί. Ικανοποιεί αυτές τις επιθυμίες σε φαντασιακό επίπεδο. Οι θεοί της Ιλιάδας, δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που θα ήθελε να ήταν ο ήρωας – μόνο που δεν μπορούσε. Να είναι αθάνατος, να ζεί μακριά, να ζει στα ύψη, να μετακινείται με άρματα που τα σέρνουν ιπτάμενα άλογα, να έχει όπλα με μεγαλύτερο βεληνεκές,. με μεγαλύτερη καταστροφικότητα και φονικότητα, να είναι αλάνθαστα, να βλέπει όλους τους υπηκόους του, να γνωρίζει τι λένε, τι κάνουν και τι σκέφτονται, να γνωρίζει τα πάντα, να είναι η πραγματικότητα η εκπλήρωση των επιθυμιών του, των αποφάσεών του.
    Η αρχαία ελληνική θρησκεία, όπως συγκροτήθηκε στην Ιλιάδα, καταγράφει τις επιθυμίες του ήρωα να αυξήσει την ισχύ του. Η τέχνη αναπαριστά τον ήρωα ως να είχε εκπληρώσει τις επιθυμίες του (ένα μαρμάρινο άγαλμα του Δία είναι αθάνατο, όπως είναι και ο Παρθενώνας, για να περιοριστώ στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική). Το γεγονός ότι η δυτική φιλοσοφία και η δυτική επιστήμη προήλθαν από τη θρησκεία δεν είναι τυχαίο. Η θρησκεία καθορίζει το περιεχόμενο τόσο της φιλοσοφίας όσο και της επιστήμης. Είναι βέβαιο ότι ο Πλάτων και ο μαθητής του Αριστοτέλης βεβαίωναν ότι μέσω της επιστήμης μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και προσανατολίσθηκαν προς αυτή τη κατεύθυνση.
    Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον η επισήμανση ότι τα σημαντικότερα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού έχουν καταγραφεί στην Ιλιάδα ως επιθυμίες του ήρωα. Και όχι μόνο αυτό: η πραγματικότητα αποδείχτηκε πιο τολμηρή από τη φαντασία του αοιδού. Όχι μόνο οι συγκεκριμένες επιθυμίες εκπληρώθηκαν αλλά και ξεπεράστηκαν. Τι είναι ο κεραυνός μπροστά στα πυρηνικά; Τι είναι το ιπτάμενο άρμα του Δία μπροστά στα Στέλθ και τα μη επανδρωμένα πολεμικά αεροσκάφη; Τι είναι η ‘ανεμόδαρη ταχύτατη Ίρις μπροστά στην ταχύτητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή; Τι είναι το αυτόματο (αυτοκίνητο) τροχοφόρο καζάνι του Ήφαιστου μπροστά σε μια Πόρσε;
    Αναφύεται λοιπόν το ερώτημα: πότε ο Κύριος, ο απόγονος του ποιμένα-πολεμιστή ήρωα, άρχισε να εκπληρώνει τις επιθυμίες του; Με τους πρώτους κανονιοβολισμούς. Ο κεραυνός έγινε κανόνι και το κανόνι εκλήφθηκε ως κεραυνός, διαβάζουμε στον Ορλάνδο Μαινόμενο του Λουντοβίκο Αριόστο, αυτόπτη μάρτυρα των πρώτων μαχών με τη χρήση πυροβόλων όπλων. Από τότε, από το 1300 μέχρι σήμερα, όλες οι επιθυμίες του ήρωα να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση έχουν γίνει πραγματικότητα. Αποκαλώ την εποχή αυτή ‘εποχή της γένεσης του θεού’: ο ήρωας, ο Κύριος, ο άρπαγας και καταστροφέας του συλλογικά παραγόμενου κοινωνικού πλούτου έγινε θεός. Όχι όμως Θεός! Ποια είναι η διαφορά;
    Ο ήρωας-Κύριος εκπλήρωσε όλες τις επιθυμίες του εκτός από δύο, τις πιο σημαντικές: δεν μπόρεσε να γίνει σωματικά αθάνατος και δεν μπόρεσε να καταργήσει την εξάρτησή του από τους υποτελείς Παραγωγούς του. Εάν τα κατορθώσει κι αυτά, θα γίνει πιο ισχυρός από τη φύση, θα την υποτάξει. Αυτό θα επιφέρει ταυτόχρονα την εξάλειψη της θρησκείας, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της τεχνολογίας, του θεού. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο σημερινός Κύριος θέλει να γίνει σωματικά αθάνατος. Εμείς θέλουμε να γίνουμε;
    Το ερώτημα θα είχε κάποιο νόημα εάν διαθέταμε μια απάντηση στο ερώτημα εάν μπορούμε ή εάν θα μπορέσουμε. Δίνονται δυο απαντήσεις: η μία πιστεύει ότι θα μπορέσουμε, η άλλη λέει ότι δεν θα μπορέσουμε. Γιατί θα μπορέσουμε και γιατί δεν θα μπορέσουμε;
    Επανέρχομαι στην αντίληψη ότι ο θάνατος, ως απώλεια και ήττα, είναι παραλογισμός.Είναι ο θάνατος παραλογισμός, είναι ήττα, είναι απώλεια; Ο Κύριος λέει πως είναι. Εμείς τι υποστηρίζουμε; Ο Μπούκτσιν υποστήριξε ότι δεν είναι τίποτα από αυτά. Αυτό υποστηρίζω κι εγώ, προφανώς και άλλοι και άλλες. Κι αν ρωτηθώ εάν θα ήθελα να μην πεθάνω, θα έλεγα ναι, δεν θέλω να πεθάνω. Αλλά όσο και να φοβάμαι ή να λυπούμαι, είμαι βέβαιος ότι μια μέρα θα πεθάνω, ότι δεν θα μπορέσουμε να γίνουμε ποτέ αθάνατοι. Ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να υποτάξουμε τη φύση, Και ποια είναι η μοίρα του ανυπότακτου, του άγριου, του ελεύθερου; Η εξόντωση.
    Υπάρχουν δυο τρόποι να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή πιο ισχυροί από τη φύση, από τον θάνατο συγκεκριμένα. Ο πρώτος: να εξαλείψουμε τη ζωή. Εάν η ζωή εξαλειφτεί, ο θάνατος θα εξοβελιστεί, επιτέλους θα τον νικήσουμε. Το γεγονός ότι κάθε μέρα εξαφανίζονται πολλά είδη ζώων και φυτών δείχνει ότι βαδίζουμε σε καλό δρόμο. Η νεκρά φύση είναι μια φύση χωρίς θάνατο, είναι α-θάνατη! Βέβαια, δεν θα υπάρχουμε ούτε εμείς οι Κύριοι ούτε η Κυριαρχία κι αυτό είναι είναι ψιλοπροβληματάκι. Θα σταματήσει ο Κύριος να καταστρέφει τη φύση; Εάν το κάνει, οι κολόνες της Κυριαρχιας δεν θα αντέξουν το βάρος των συνεπειών και το οικοδόμημα θα καταρρεύσει, Εάν δεν το κάνει, οδεύουμε προς την Αποκάλυψη. Αυτό είναι το αδιέξοδο του Κυρίου.
    Ο άλλος τρόπος είναι να εντοπίσουμε τον θάνατο, να τον συλλάβουμε, να τον ανακρίνουμε και να τον εκτελέσουμε. Θα μας βοηθήσει η δυτική επιστήμη και η δυτική τεχνολογία. Εδώ, βρισκόμαστε μπροστά σε μια παραδοξότητα που έχει οδηγήσει τους αναζητητές του λημεριού του λήσταρχου Θανάτου σε απελπισία: η φύση, η ζωή χρησιμοποιεί την αθανασία (καρκίνος) ως μέσον αυτοακύρωσής της!
    Το δεύτερο πεδίο συμπλοκής της φύσης και της κοινωνίας, η ανθρωπογένεση (άρα και η κοινωνιογένεση) , είναι ένα τόσο ευρύ και πολύπλευρο ζήτημα που θα έκανε το σχόλιο εκτενέστατο και επιφυλάσσομαι να διατυπώσω κάποιες σκέψεις όταν μας δοθεί η κατάλληλη στιγμή. Θα ήθελα μόνο να θέσω το ερώτημα εάν οι κοινωνικές ανάγκες μπορούν να αλλάξουν τη φύση, εάν δηλαδή η ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αλλαγή της φύσης. Διαθέτουμε πολλές ενδείξεις ότι αυτό πράγματι συνέβη. Γιατί παρατάθηκε η παιδική μας ηλικία, γιατί ή έναρξη της εφηβείας αναστάλθηκε από τα 4-6 χρόνια στα 12; Για να δοθεί χρόνος στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων; Μας βοήθησε η φύση; Γιατί το ανθρωπιδικό θηλυκό έχασε τον οίστρο του; Για να προσελκύσει τα αρσενικά; Κι εδώ μας στάθηκε αρωγός η φύση;
    Αυτά είχα να πω, σας εύχομαι υγεία και χαρά. Θα χαρώ πολύ να τα πούμε από κοντά.
    Αθανάσιος Δρατζίδης – Αλεξανδρούπολη

  3. Ευχαριστω Αθανασιε για το πολυ οξυδερκες σχολιο που γεννα πλουσιους προβληματισμους.

    Να συμπληρωσω κατι κι εγω: στην Ιλιαδα αναδυεται ο κυριος, ο οποιος ομως ειναι ενα υποχειριο ξενων δυναμεων. Οσο και να θελει να ειναι κυριος, καθε εκδηλωση της συμπεριφορας του ειναι αποτελεσμα αμειλικτων αιτιων που δεν ελεγχει. Ακομα και η κουραση για παραδειγμα ερμηνευεται ως κυριολεκτικη παρεμβαση ενος θεου. Δεν υπαρχει καμια εσωτερικοτητα και αρα καμια υποκειμενικοτητα. Ο κυριος εκει ειναι υποδουλος της φυσης θα ελεγα. Η επιστημη εξανθρωπιζει αυτο το κοσμοειδωλο και δημιουργει τις αναγκαιες προϋποθεσεις, μαζι με την αναδυση της υποκειμενικοτητας και τα επαναστατικα κινηματα, φυση και κοινωνια να εναρμονιστους ριζικα. Ειδαλλως ενας επιστημονισμος σε ιεραρχικο κοινωνικο πλαισιο θα μυθοποιησει ξανα τη φυση και θα δημιουργησει εναν κυριαρχημενο κυριο.

  4. A, Θοδωρή, η Ιλιάδα μας λέει τόσα πολλά για τη γένεση της (δυτικής) Κυριαρχίας, για την εμφάνιση του (δυτικού) Κυρίου! Και όχι μόνο η Ιλιάδα – όλη η αρχαϊκή και κλασική γραμματεία, μέχρι τον Αριστοτέλη. Έχουμε γυρίσει την πλάτη σε αυτά τα κείμενα, αδιαφορούμε, είμαι όμως της γνώμης ότι μαθαίνουμε πάρα πολλά και αξίζει τον κόπο να σκύψουμε πάνω τους. Τίθεται βέβαια ένα ζήτημα ερμηνείας. Διάβασα, παραδείγματος χάριν, την ‘ελληνική ιδιαιτερότητα’ του Κ. Καστοριάδη και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απογοητεύθηκα! Μια πάρα πολύ αδέξια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχαϊκής σκέψης! Μια μαρξιστική ή ελευθεριακή ή αναρχοκομμουνιστική ή κοινοτιστική προσέγγιση της Ιλιάδας δεν υπάρχει! Έχω την αίσθηση ότι για τα χρόνια που έρχονται θα εμπλουτίσουμε τα ενδιαφέροντάς μας με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο.
    Με αυτά που συμπληρώνεις θίγεις ζητήματα η προσέγγιση των οποίων θα ασφυκτιούσε μέσα στα στενά όρια των σχολίων. Συμφωνώ σε όλα και η κάθε παρατήρηση είναι παραγωγός νέων ερωτημάτων. Γιατί δεν υπάρχει καμιά εσωτερικότητα άρα και καμιά υποκειμενικότητα; Επειδή ο ήρωας που έγινε Κύριος είναι υπόδουλος στη φύση; Στην Ιλιάδα αναδύεται η εσωτερικότητα και η υποκειμενικότητα – έχουμε μετεξέλιξη του ήρωα, του ποιμένα-πολεμιστή, σε Κύριο (δουλοκτήτη γαιοκτήμονα) και ταυτόχρονα την ανάδυση της εσωτερικότητας και της υποκειμενικότητας. Γιατί; Πως σχετίζεται η μετάβαση από τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής στον δουλοκτητικό με την ανάδυση της εσωτερικότητας και της υποκειμενικότητας; Πως σχετίζεται η εγκατάλειψη του ηρωισμού, όπως καταγράφεται στην Ιλιάδα, με αυτήν την ανάδυση;
    Τελειωμό δεν έχουν τα ερωτήματα. Κάθε ένα από αυτά παράγει άλλα, καινοφανή, πρωτοφανή ερωτήματα που χρήζουν διερεύνησης.
    Είμαι κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι τώρα που γνωριστήκαμε, και δεν εννοώ μόνο εμάς τους δυο, θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε και να διερευνήσουμε πεδία που λαφυραγωγούνται εδώ και αιώνες από τους φιλολόγους του Κυρίου (και άλλους ειδικούς των ‘επιστημών του ανθρώπου’). Ίσως αυτό που θα πετύχουμε είναι να διατυπώσουμε μια περιεκτική απάντηση στο ερώτημα ‘πως φτάσαμε σε αυτο το σημείο’, δηλαδή στην προϊούσα καταστροφή και εξόντωση της φύσης και της κοινωνίας από την Κυριαρχία και τον Κύριο.

  5. Η ”ελληνική ιδιαιτερότητα” του Καστοριάδη αποτελεί μια από τις πιο οξυδερκείς ελευθεριακές προσεγγίσεις στην αρχαία ελλάδα και στα χαρακτηριστικά της που μπολιάζουν ακόμη και σήμερα το απελευθερωτικό πρόταγμα. Γενικότερα, η καστοριαδική άποψη αποτελεί μια ξεκάθαρη ελευθεριακή προσέγγιση της γέννησης του δημοκρατικού προτάγματος και φαντασιακού στην αρχαία ελλάδα. Μάλιστα σε μεγάλο της μέρος, ταυτίζεται με τις απόψεις των Βιντάλ Νακέ, Ζ. Π. Βερνάν, και Φίνλευ, τις οποίες διευρύνει με δικές του ερμηνευτικές προτάσεις. Η ”αδέξια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχαϊκής σκέψης”, πού εντοπίζεται; Μήπως έχουμε να κάνουμε με μια αδέξια και επιπόλαια ερμηνευτική προσέγγιση του κυρίου Δρατσίδη;

  6. Αγαπητέ Νίκο Χριστόπουλε,
    η ερώτησή σου είναι ρητορική, αν δεν κάνω λάθος. Δηλαδή, είσαι βέβαιος ότι η προσέγγισή μου είναι αδέξια και επιπόλαια. Θες να πεις ότι αφού του Καστοριάδη δεν είναι αδέξια και επιπόλαια, άρα θα είναι η δική μου. Έχω όμως μια υπόνοια ότι δεν είσαι και τόσο σίγουρος – δεν μιλάς ως να έχεις εσύ μελετήσει την αρχαϊκή σκέψη και να με κρίνεις αλλά με κρίνεις μέσω του Καστοριάδη. Αυτό δεν με ενοχλεί. Να σου πω τι με ενοχλεί. Από το ΙΙΙ σεμινάριο (σελ. 105) μέχρι και το VII (τελειώνει στη σελίδα248) ο Καστοριάδης ασχολείται με τον Όμηρο και την Ιλιάδα. Θα γνωρίζεις ότι η Ιλιάδα είναι ένα από τα σημαντικότερα (κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο) κείμενα της δυτικής γραμματείας. Πρόσεξε τι γράφει ο Καστοριάδης στη σελ. 110: Νομίζω – μάλλον γνωρίζω – ότι όχι μόνον δεν έχω διαβάσει τα ”ουσιώδη”, αλλά ουτε καν ένα μεγάλο μέρος των κειμένων. Απίστευτο! Δεν έχει διαβάσει τις βασικές ερευνητικές και συνθετικές εργασίες περί της Ιλιάδας και του Ομήρου και δεν έχει διαβάσει ούτε καν ένα μεγάλο μέρος των κειμένων.
    Θα μείνω εδώ. Εάν θέλεις να συνεχίσουμε τον διάλογο, εδώ είμαι. Θα βάλλουμε στην άκρη τον Καστοριάδη, να τον επικαλούμαστε όποτε τον χρειαζόμαστε, και θα κάνουμε διάλογο εμείς οι δυο και δεν θα με ενοχλήσει καθόλου εάν θα ταυτίζεσαι πλήρως με τις απόψεις του Καστοριάδη. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν συμμετείχαν κι άλλοι. Με μια προϋπόθεση: θα θέσουμε απο κοινού τον ή τους κανόνες του διαλόγου. Ποιος θα ήταν ο κανόνας εάν συζητούσαμε για την Ιλάδα ή για οποιοδήποτε άλλο κείμενο της αρχαΙκής σκέψης; (Εννοώ τα κείμενα μέχρι το 500 π.Χ., και γιατί όχι και μέχρι το 450 – Πίνδαρος, Αισχύλος, πρώιμος Σοφοκλής).
    Περιμένω. Εάν δεν γνωρίζεις ποιος είναι ο κανόνας αυτού του διαλόγου, πολύ ευχαρίστως να παραθέσω τη δική μου γνώμη. Εάν δεν απαντήσεις, θα συνεχίσω το σχόλιό μου και θα είναι εκτενές. Αν μου του επιτρέψουν οι διαχειριστές της ιστοσελίδας.
    Αθανάσιος Δρατζίδης

  7. Μερικοί τον μισείτε πραγματικά τον Καστοριάδη. Γιατί τέτοια εμπάθεια ρε παιδιά; Μεχρι το 1975 όλοι τον λατρεύατε…

  8. φίλε anarx(a)ikos,
    θα ήθελες να λάβεις μέρος και εσύ στον διάλογο; Δωρεάν είναι, χρόνο και διάθεση έχουμε, τι μας λείπει; Δε μας λείπει τίποτα! Εάν παρ’ όλα αυτά δεν θέλεις, θα ήταν ατόπημα να μην τον παρακολουθήσεις. Εάν ο διάλογος με τον Νίκο Χριστόπουλο δεν γίνει, θα διαβάσεις το σχόλιό μου και θα συνειδητοποιήσεις ότι δεν πρόκειται για μίσος, δεν πρόκειται για εμπάθεια, δεν πρόκειται για λατρεία αλλά για κριτική, για ευρύτητα και ελευθερία πνεύματος. Υπενθύμισα στον Νίκο Χριστόπουλο ότι ο Καστοριάδης παραδέχεται ότι δεν έχει διαβάσει τις βασικές εργασίες για την Ιλιάδα και τον Όμηρο, ούτε καν ένα μεγάλο μέρος των κειμένων. Και κάθεται και γράφει για την Ιλιάδα! Τι γράφει, λοιπόν; πως βλέπει τα πράγματα; Δηλαδή, πως ερμηνεύει τα αρχαΪκά κείμενα, την αρχαΪκή σκέψη, τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις κατά την αρχαϊκή επιοχή (700-500 π.Χ.); Κάνε το κόπο, βρες τη σελίδα 250 και κάπου στη μέση θα διαβάσεις την εξής πρόταση: ”εκτός αν βλέπω τα πράγματα όπως με συμφέρει”. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση!
    Περιμένω.
    Αθανάσιος Δρατζίδης

    1. Αγαπητέ Αθανάσιε Δρατζίδη

      Το ζήτημα είναι πολύ απλό, αλλά εσύ το στρέφεις αλλού. Η δική μου παρέμβαση αφορούσε μόνο την άποψή σου για τον Καστοριάδη και όχι την άποψή σου για την Ιλιάδα. Αν θες να επεκταθείς γενικότερα στην Ιλιάδα δεν έχω πρόβλημα.
      Έγραψες για την ”ελληνική ιδιαιτερότητα”: ”Μια πάρα πολύ αδέξια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχαϊκής σκέψης! Μια μαρξιστική ή ελευθεριακή ή αναρχοκομμουνιστική ή κοινοτιστική προσέγγιση της Ιλιάδας δεν υπάρχει!”. Σε αυτό απάντησα: ”Η ”αδέξια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχαϊκής σκέψης”, πού εντοπίζεται; Μήπως έχουμε να κάνουμε με μια αδέξια και επιπόλαια ερμηνευτική προσέγγιση του κυρίου Δρατσίδη;”
      Το επιχείρημα που αντέτεινες ενισχύει τα λόγια μου. Γράφεις: ”Πρόσεξε τι γράφει ο Καστοριάδης στη σελ. 110: ”Νομίζω – μάλλον γνωρίζω – ότι όχι μόνον δεν έχω διαβάσει τα ”ουσιώδη”, αλλά ουτε καν ένα μεγάλο μέρος των κειμένων”. Απίστευτο! Δεν έχει διαβάσει τις βασικές ερευνητικές και συνθετικές εργασίες περί της Ιλιάδας και του Ομήρου και δεν έχει διαβάσει ούτε καν ένα μεγάλο μέρος των κειμένων. Θα μείνω εδώ”.
      Αυτό δεν είναι επιχείρημα, γιατί το σημαντικό, η ανεπάρκεια δηλαδή της καστοριαδικής άποψης , μένει να αποδειχθεί και να υποστηριχθεί βιβλιογραφικά. Αυτό που θέλει να πει όμως ο Καστοριάδης και το επαναλαμβάνει αρκετές φορές στην ”ελληνική ιδιαιτερότητα” δεν είναι ”διάβασα δυο βιβλία και ήρθα να σας τα πω” όπως αφήνεις επιπόλαια να εννοηθεί, αλλά ότι η βιβλιογραφία είναι τεράστια οπότε πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να σου ξεφύγει ίσως κάτι σημαντικό. Το ίδιο λέει και ο Φίνλεϊ. Το ίδιο επαναλαμβάνουν και πολλοί ειδικοί μελετητές. Οι δηλώσεις αυτές, είναι δηλώσεις αυτογνωσίας και επιστημονικής εντιμότητας. Γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στη λέξη ”ουσιώδη”. Ποιος μπορεί να αποφασίσει ποια είναι τα ουσιώδη μέσα σε μια βιβλιογραφία που και οι ειδικοί επί των θεμάτων αναγνωρίζουν ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να παρακολουθήσουν στο σύνολό της; Αυτό από την άλλη, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κριτήρια ή ”ουσιώδη”, ούτε ότι η γνώση του αντικειμένου δεν αποτελεί βασική προϋπόθεση ενός σοβαρού διαλόγου. Στο μήκος των δύο τόμων της ”ελληνικής ιδιαιτερότητας” ο Καστοριάδης προτείνει ουσιώδη αναγνώσματα και ερμηνεύει συνεχώς τη βιβλιογραφία. Για τον Καστοριάδη μιλάμε εξάλλου όχι για τον Αλτουσέρ!
      Το ζήτημα λοιπόν στην ουσία είναι πού διαφωνείς με την ανεπαρκή όπως λες ανάλυση του Καστοριάδη, η οποία ενδεχομένως οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν έχει καταβροχθίσει τη βιβλιογραφία (αν και οι δύο τόμοι της ”ελληνικής ιδιαιτερότητας” αλλά και το υπόλοιπο έργο του αποδεικνύουν κάτι άλλο). Το σημαντικό είναι να καταδειχθεί το λάθος αν υπάρχει ή καλύτερα να αναπτυχθεί η αντίθετη άποψη ώστε να μπορέσει να ξεκινήσει μια συζήτηση. Το επιχείρημα δηλαδή: ”δεν τα έχει διαβάσει όλα και το λέει κιόλας”, είναι σαθρό από πολλές απόψεις (καταρχήν βρωμάει ακαδημαϊσμό από χιλιόμετρα). Κυρίως όμως δεν μπορεί να είναι πρωτεύον. Μπορεί να έρθει μόνο ως επιστέγασμα μιας αντίκρουσης η οποία θα παρείχε και την ανάλογη βιβλιογραφία, που υποτίθεται ότι έχει αγνοηθεί και διαστρεβλώνει τη ματιά. Δείξε μας λοιπόν το λάθος ή την παράβλεψη. Μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει νόημα το επιχείρημά σου.

      Κλείνοντας, θα έλεγα ότι γενικότερα κυκλοφορεί μια κριτική στον Καστοριάδη, ιδίως στην ελλάδα,ψυχολογικού περιεχομένου (η εμπάθεια δεν κρύβεται τις περισσότερες φορές), χαμηλού επιπέδου ( είναι οφθαλμοφανής η φευγαλέα σχέση με το σύνολο της καστοριαδικής σκέψης), επικεντρωμένη στη βιογραφία κυρίως και σε απομονωμένα τσιτάτα από τα γραπτά του, αγνοώντας στην ουσία το βάθος της ελευθεριακής ρίζας της σκέψης του και την πολυπλοκότητά της (και ο Τερζάκης δεν ξεφεύγει από αυτό το σχήμα, το αντίθετο μάλιστα).

      Νίκος

  9. “Μια πάρα πολύ αδέξια ερμηνευτική προσέγγιση της αρχαϊκής σκέψης! Μια μαρξιστική ή ελευθεριακή ή αναρχοκομμουνιστική ή κοινοτιστική προσέγγιση της Ιλιάδας δεν υπάρχει!”,
    αναφέρει ο κύριος Δρατζίδης. Να υποθέσουμε ότι υπάρχει ΜΙΑ μόνο άλλη προσέγγιση, και αυτή ποιά είναι? Του κυρίου Δρατζίδη? Η οποία είναι ποιά ακριβώς?
    Θα θέλαμε μια παραπάνω διευκρίνηση για να καταλάβουμε και εμείς οι δυτικοί που δεν ταυτίζουμε τη δύση με την κυριαρχία.

  10. Αγαπητέ Νίκο Χριστόπουλε.
    Στις 20 Νοεμβρίου είχε προγραμματιστεί να γίνει μια συνάντηση ελευθεριακής μάθησης στο Μικρόπολις, στη Θεσσαλονίκη, με θέμα την Ιλιάδα: μια σύντομη εισαγωγή και επιπλέον μια διεξοδικότερη ανάπτυξη της άποψης ότι τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα της δυτικής Κυριαρχίας έχουν καταγραφεί στην Ιλιάδα ως επιθυμίες του ήρωα, ποιμένα πολεμιστή, να γίνει πιο ισχυρός από τη Φύση, δηλαδή να εξοβελίσει τον θάνατο, να γίνει σωματικά θάνατος. Η συνάντηση δεν έγινε, εγώ όμως θα κάνω αυτό που είχα αποφασίσει: να αναρτήσω την εισαγωγή ώστε να μπορεί ο καθένας και η καθεμιά να έχει πρόσβαση σε αυτήν. Επειδή ο διάλογος μας άρχισε λίγες μέρες πριν την προγραμματισθείσα συνάντηση, σκέφτηκα να ακούσετε ή/και να διαβάσετε πρώτα τις απόψεις μου σχετικά με την Ιλιάδα και μετά να συνεχίσουμε.
    Δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαζόμαστε. Ούτε οι κοινωνίες ούτε οι αντιλήψεις αλλάζουν τόσο γρήγορα ώστε να αγωνιούμε να πείσουμε τους άλλους περί της ορθότητας των απόψεών μας. Να ‘μαστε καλά, να συζητάμε, να διαφωνούμε, να συγκρουόμαστε δημιουργικά, να μαθαίνουμε, να ερευνούμε.
    Εντός των επόμενων τριών ημέρών θα δημοσιεύσω την εισαγωγή όπως θα την έλεγα προφορικά, με πολύ μικρές, πραγματολογικού κυρίως περιεχομένου, αλλάγες, αλλαγές που σου επιτρέπει η ησυχία του γραφείου και η βραδύτητα της γραφής. Θα περιμένω να διαβάσετε την εισαγωγή και μετά θα επανέλθω.
    Προκαταβολικά, θα ήθελα να τονίσω ότι μελετώ και διαβάζω την Ιλιάδα από μαρξιστική, ψυχαναλυτική και αφηγηματολογική σκοπιά. Όταν λέω ότι δεν υπάρχει μια μαρξιστική ή ελευθεριακή ή αναρχοκομμουνιστική ή κοινοτική προσέγγιση της Ιλιάδας εννοώ το ίδιο πράγμα: Πολλοί ελευθεριακοί, αναρχοκομμουνιστές και κοινοτιστές δέχονται τη σημαντικότητα των αναλύσεων του Μαρξ σχετικά με το εμπόρευμα, το χρήμα και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και θεωρούν τη μαρξιστική μέθοδο πολύ σημαντικό εργαλείο πάνω στον πάγκο του ξυλουργού, όχι όμως και το μοναδικό, για την μελέτη και κατανόηση της ιστορίας, δηλαδή και για την διατύπωση μιας απάντησης στο ερώτημα ‘πως φτάσαμε εδώ’, ερώτημα που δεν θα το θέταμε εάν ζούσαμε σε μια τροφοσυλλεκτική ομάδα του Αμαζονίου. Στο ερώτημα αυτό η Ιλιάδα μας δίνει μια πολύ ενδιάφέρουσα απάντηση, που θα ήταν και το θέμα της εισήγησής μου. Στα 52 μου συνεχίζω να αναγνωρίζω τη σημαντικότητα της μαρξιστικής προσέγγισης, μέχρι τώρα δεν έχω διαβάσει μια προσέγγιση της Ιλιάδας υπό το φως της μαρξιστικής μεθόδου, δηλαδή δεν έχω διαβάσει μια μαρξιστική προσέγγιση της αρχαΪκής περιόδου (700-500 π.Χ.), της περιόδου δηλαδή κατά την οποία πήρε η Ιλιάδα τη μορφή η οποία δεν απέχει και πολύ από αυτήν που μας έχει διασωθεί.
    Θα παραθέσω λοιπόν τη δική μου άποψη και σε λίγες μέρες τα ξαναλέμε.
    Ό,τι λέω παραπάνω ισχύουν και για τον Σπύρο και για τον αnarxa(i)ko – το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι ο δυτικός Κύριος, η δυτική Κυριαρχία – το επίθετο υποδηλώνει ότι υπάρχει κι άλλη Κυριαρχία – είναι αυτή που έχει τη δυνατότητα και επιθυμεί υποσυνείδητα να καταστρέψει τη ζωή πάνω στον πλανήτη, όχι οι τροφοσυλλέκτες της Καλαχάρι – εάν ζουν ακόμα στην έρημο. . . Και να συμπληρώσω ότι αυτό που ισχύει για όλες τις κοινωνίες, ότι δηλαδή δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει κοινωνία που να μην είναι κομμουνιστική, ισχύει και για τις δυτικές, άρα και για τις σημερινές καπιταλιστικές.

  11. Αγαπητοί φίλοι,
    μόλις ολοκλήρωσα, Κυριακή πρωί, την εισήγηση που θα έκανα στο Μικρόπολις και σπεύδω να πραγματοποιήσω τη δέσμευσή μου ότι θα απαντήσω στα ερωτήματά σας. Κάποιοι αναγνώστες διάβασαν το κείμενο αλλά μιας και είναι κι αυτοί που δεν το διάβασαν ή δεν τον διάβασαν όλο ή δεν θέλουν να το διαβάσουν, θα παρουσιάσω την άποψή μου για την Ιλιάδα συνοπτικά και μπορείτε έτσι να τη συγκρίνετε με τις απόψεις του Καστοριάδη κι αν έχετε χρόνο και διάθεση, τα ξαναλέμε.
    Θα ήθελα πρώτα να διευκρινίσω ότι κατά τα τελευταία χρόνια έχω εστιάσει την προσοχή μου στις εποχές που το κομβικό χαρακτηριστικό τους είναι ο μετασχηματισμός του παρελθόντος, η μετάβαση, η μετεξέλιξη θεσμών, αντιλήψεων, αξιών, συμπεριφορών, πρακτικών, κλπ. Έτσι, με ενδιαφέρει η μετάβαση από την κατάσταση του προανθρώπου σε αυτήν του homo sapiens (μια μετάβαση που κορυφώνεται με την απόκτηση συνείδησης, δηλαδή την επίγνωση του θανάτου), η μετάβαση από την τροφοσυλλογή στην καλλιέργεια της γης και στο σχηματισμό αγροτικών κοινοτήτων, η μετάβαση από την καλλιέργεια της γης στην εκτροφή των ζώων και στη διαμόρφωση του ποιμενικού τρόπου παραγωγής, η μετάβαση από τις αγροτικές κοινότητες στην γένεση της οικονομίας του ναού και του κράτους, εκλαμβανομένου ως θεσμού αλλά και ως εδαφικής επικράτειας, η μετάβαση από τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής στον δουλοκτητικό (στην αρχαία Ελλάδα και την Ρώμη), η μετάβαση στην φεουδαρχική εποχή, η μετάβαση στην καπιταλιστική εποχή, και, τέλος, η σημερινή εποχή, μιας και υποστηρίζω ότι είναι μια εποχή μετάβασης και μετασχηματισμού.
    Η Ιλιάδα είναι ένα πολύ σημαντικό κείμενο που μας βοηθάει να κατανοήσουμε κατ’ αρχήν και πρωτίστως την αρχαϊκή εποχή (700-500 π.Χ.), μια εποχή πανθομολογουμένως μεγάλων και ριζικών μετασχηματισμών και αλλαγών, άρα μια μεταβατική εποχή.
    Ως προς το περιεχόμενο, η Ιλιάδα υμνεί και αποκηρύσσει τον ηρωισμό, δηλαδή τον ηρωικό τρόπο εξασφάλισης της ισχύος – το πρώτο μέλημα του ήρωα είναι η αύξηση της ισχύος και η πραγματοποίηση της ύψιστης μορφής της, της σωματικής αθανασίας. Οι θεοί στην Ιλιάδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που θα ήθελε να ήταν ο ήρωας αλλά δεν μπορούσε. Γιατί όμως τον υμνεί και τον αποκηρύσσει; Δεν φαίνεται αντιφατικό;
    Την απάντηση μας δίνει η ίδια η Ιλιάδα. Ο ήρωας σε αυτήν εμφανίζεται ως ποιμένας, ως ποιμένας-γαιοκτήμονας και ως γαιοκτήμονας (δουλοκτήτης). Η εικόνα αυτή συμφωνεί απόλυτα με αυτά που μας λένε η αρχαιολογία, η γλώσσα, η μυθολογία και η θρησκεία. Μας λένε λοιπόν ότι από το 1100 μέχρι το 800-750 π.Χ. σε όλη την νότια ελλαδική χερσόνησο και τα δυτικά μικρασιατικά παράλια κυριαρχούσε η εκτροφή των ζώων, δηλαδή ο ποιμενικός τρόπος παραγωγής. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, οι ήρωες εγκαταλείπουν την εκτροφή των ζώων και στρέφονται προς την καλλιέργεια της γης. Η βασική αιτία αυτής της στροφής ήταν το ποιμενικό αδιέξοδο, δηλαδή η αδυναμία επέμβασης στη φύση, τα εργαλεία και το αντικείμενο εργασίας (ζώα) που εμφανίζεται όταν υπάρχει έλλειψη βοσκοτόπων (στενοχωρία). Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ένα ποιμενικό γένος ήταν η αρπαγή των ζώων του γειτονικού γένους, η εξόντωσή του, η εκδίωξή του. Μόνο μέσα της άσκησης αδίστακτης και παράφορης βίας μπορούσε να επιβιώσει, να γίνει ισχυρός, να διατηρήσει τον πλούτο του. Αυτός είναι ο ηρωισμός, αυτός είναι ο ηρωικός τρόπος απόσπασης της ισχύος.
    Η Ιλιάδα όμως τον υμνεί και τον αποκηρύσσει. Τον υμνεί γιατί ο ηρωισμός ήταν το παρελθόν του, η ιστορία του, οι αξίες του, ο κώδικας συμπεριφοράς του.
    Από τα μέσα όμως της αρχαϊκής εποχής και μετά, από τον Σόλωνα και μετά, οι αριστοκράτες ευγενείς είναι γαιοκτήμονες δουλοκτήτες και παρέμειναν μέχρι την ύστερη βυζαντινή εποχή. Τώρα, ο πλούτος, η ισχύς και το κλέος δεν εξασφαλίζονται με την αρπαγή, την εκδίωξη και την εξόντωση του γείτονα γαιοκτήμονα αλλά με την συνεργασία τους, λόγω του μεγάλου αριθμού δούλων και ελεύθερων μικροκαλλιεργητών, τη γη των οποίων εποφθαλμιούν και τελικά καταφέρουν να αρπάξουν – με αποτέλεσμα να παρακμάσει και να εξαφανιστεί η πόλις και η δουλοκτητική δημοκρατία. Οι προϋποθέσεις (ύβρις και άτη) της ποιμενικής ισχύος εξοβελίζονται και προκρίνονται η δίκη και η τάξις, η κατάπαυση δηλαδή των αδελφοκτόνων συρράξεων, απο τις οποίες όλοι έβγαιναν χαμένοι.
    Οι πηγές που διαθέτουμε μας λένε ότι η καλλιέργεια των μεγάλων κτημάτων των ευγενών δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με άνδρες που δεν είχαν οικογένεια, δηλαδή παιδιά. Για να αποκτηθούν οι δούλοι απαιτούνταν σιδερένια όπλα και πλοία. Για να εργαστούν οι δούλοι απαιτούνταν σιδερένια εργαλεία. Για να συντηρηθεί η γεωργική παραγωγή (λάδι και κρασί, κυρίως) και να μεταφερθεί, απαιτούνταν κεραμεικά αγγεία και πλοία. Έτσι, σε κάθε πεδιάδα και σε κάθε κοιλάδα, που υπάρχουν στη νότια ελλαδική χερσόνησο, και κοντά σε υψηλούς και απόκρημνους βραχώδεις λόφους , πάνω στους οποίους κατοικούσε ο τοπικός ισχυρός ποιμένας του παρελθόντος (πόλις), εμφανίστηκαν κέντρα παραγωγής όπλων, εργαλείων, αγγείων και δουλεμπορίου, ενώ στα κοντινά λιμάνια εργαστήρια ναυπήγησης πλοίων. Οι οικισμοί αυτοί, κτισμένοι κοντά στο φρούριο, που στην Ιλιάδα ονομάζονταν πόλις, είναι γνωστοί με το όνομα πόλις, ενώ τα πέριξ μικρά χωριά ονομάζονταν κώμαι, άστεα και δήμοι.
    Η αδυναμία των γαιοκτημόνων να αρπάξουν τη γη των μικροκαλλιεργητών κατά την αρχαϊκή εποχή και η συμβολή τους στην διεξαγωγή του εμπορίου και του δουλεμπορίου, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ισχύος τους. Κάποιοι γαιοκτήμονες κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους αυτή τη ισχύ σε βάρος άλλων ανταγωνιστών γαιοκτημόνων (τυραννία). Ακολούθως, η χρησιμοποίηση των δούλων και από τους μεσαίους και μικρούς καλλιεργητές, τους επέτρεψε να αυτονομηθούν από την παραγωγή και να ασχολούνται συνεχώς με τον πόλεμο. Ο πόλεμος έφερνε δούλους, οι δούλοι τον πόλεμο, μια διαδικασία που έφτασε στα όρια της στην αρχαία Ρώμη. Τις αποφάσεις για τον πόλεμο τις επαιρνε τώρα ο δήμος και έτσι εμφανίστηκε η (δουλοκτητική) δημοκρατία.
    Η Ιλιάδα υμνεί και αποκηρύσσει τον ηρωισμό διότι συντίθεται την εποχή της μετάβασης από την εκτροφή των ζώων στην καλλιέργεια της γης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αλλαγή του τρόπου παραγωγής είναι πολύ εύκολη και γρήγορα, δεν ισχύει όμως το ίδιο και για το εποικοδόμημα, για τις αξίες, τις αντιλήψεις, τις συμπεριφορές, τις πρακτικές. Έτσι, η Ιλιάδα μας περιγράφει τις δυσκολίες και την απροθυμία του ήρωα-ποιμένα να εγκαταλείψει τον ποιμενικό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Να περάσει δηλαδή από την εξόντωση στην καθυπόταξη, από την ντροπή στην ενοχή, από τον μύθον στον λόγον. Τον αφηρωισμό που εγκαινίασε η Ιλιάδα τον συνέχισε η αθηναΊκή τραγωδία – με τον Αίαντα του Σοφοκλή να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
    Η Ιλιάδα αναρωτιέται: τι θα απορρίψουμε από το ποιμενικό παρελθόν; Τι θα διατηρήσουμε; Τι θα αλλάξουμε και τι θα επινοήσουμε; Αυτό που προτείνει να διατηρτηθεί είναι η αρπαγή του κοινωνικού πλούτου που παράγουν οι άλλοι, δηλαδή οι απαχθέντες παραγωγοί, και οι κοντινές ή μακρινές πόλεις. Εάν θέλετε να παραμείνετε ισχυροί, προτείνει η Ιλιάδα, θα πρέπει να αλλαξετε τρόπο απόσπασης και αύξησης της ισχύος.
    Και θα διατηρήσουμε ασφαλώς ζωντανή την επιθυμία της αύξησης της ισχύος μέχρι τα όρια της, δηλαδή την επίτευξη της σωματικής αθανασίας, που η επιθυμία της έχει καταγραφεί με έξοχο τρόπο στην Ιλιάδα. Ο ήρωας θαυμάζει κάθε τι που είναι πιο ισχυρό από αυτόν – και το πιο ισχυρό είναι τα φυσικά φαινόεμενα, με τον θάνατο να ξεχωρίζει. Θαυμάζει και λατρεύει τη θύελλα, την καταιγίδα, τον κεραυνό, τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο, τον ήλιο, τα αστέρια, το κύμα και τη θάλασσα, τον χείμαρρο και τον ποταμό, τον αετό και το γεράκι, το λιοντάρι, τον λύκο και το αγριογούρουνο. Δεν θέλει να γίνει ισχυρός όσο η φύση, αλλά πιο ισχυρός. Θα ήθελε να ήταν αυτός που να προκαλούσε τα φυσικά φαινόμενα. Θα ήθελε να ήταν ο Ζεύς που κρατάει στα χέρια του τον τρομακτικό κεραυνό. Με τέτοιο όπλο δεν θα ήταν αήττητος;
    Ο ήρωας ως πολεμιστής θέλει να έχει όπλα πιο ισχυρά από το δόρυ και το ξίφος. Επιθυμεί όπλα με μεγάλο βελήνεκές, μεγάλη ταχύτητα, αλάνθαστη ευστοχία, μεγάλη επαναναληπτικότητα, διατρητότητα, φονικότητα και καταστρεπτικότητα. Ως Κύριος, ως άρπαγας και οργανωτής της παραγωγής και της εργασίας των υποτελών, επιθυμεί να ζει μακριά και ψηλά, να διεισδύει στο χώρο και να ζει σε φρούρια, να είναι ταχύς για να αίρει το μειονέκτημα της απόστασης, να είναι αθάνατος.
    Η Ιλιάδα ήταν το βασικό κείμενο των γαιοκτημόνων δουλοκτητών για πάνω από 2.000 χρόνια, μέχρι τη ύστερη βυζαντινή εποχή διότι αποτελεί το corpus των επιθυμιών του Κυρίου, Με εξαίρεση την Καινή Διαθήκη, για κανένα άλλο αρχαίο κείμενο δεν έχουμε τόσα πολλά χειρόγραφα όσο για την Ιλιάδα. Συνέχισε να είναι η Βίβλος των φεουδαρχών και των καπιταλιστών μέχρι και σήμερα και θα συνεχίσει να είναι όσο η επιθυμία της σωματικής αθανασίας είναι ζωντανή. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας άγγλος τραπεζίτης, ο W. Leaf, σύνταξε (1890-1900) ένα από τα πιο άρτια ερμηνευτικά υπομνήματα που έχουν υπαρξει ποτέ, υπόμνημα που διατηρεί την αξία του ακόμα και σήμερα.
    Από το 1300, με τους πρώτους κανονιοβολισμούς των πυροβόλων όπλων και μέχρι σήμερα, όλες σχεδόν οι ι καταγραμμένες στην Ιλιάδα επιθυμες του ήρωα εκπληρώνονται. Την εποχή αυτή την ονομάζω εποχή της γένεσης του θεού. Όλες εκτός από δύο: της σωματικής αθανασίας και της απαλλαγής από τους υποτελείς Παραγωγούς. Εάν εκπληρώσει την πρώτη θα εκπληρώσει και τη δεύτερη και θα γίνει Θεός.
    Θα μπορέσει να γίνει αθάνατος ο Κύριος, θα μπορέσει να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση; Εάν δεν θα μπορέσει, για ποιο λόγο; Εάν μπορέσει, πως θα το καταφέρει;
    Σε αυτά τα ερωτήματα καλούμαστε να απαντήσουμε.

  12. “μια σύντομη εισαγωγή και επιπλέον μια διεξοδικότερη ανάπτυξη της άποψης ότι τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα της δυτικής Κυριαρχίας έχουν καταγραφεί στην Ιλιάδα ως επιθυμίες του ήρωα, ποιμένα πολεμιστή, να γίνει πιο ισχυρός από τη Φύση, δηλαδή να εξοβελίσει τον θάνατο, να γίνει σωματικά θάνατος”, γράφετε,
    Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, μια βιβλικη ανάγνωση της ιλιάδος, μου θυμίζει.

  13. Αγαπητέ/αγαπητή Λαέρτς
    Αν δεν θυμάσαι τις πρώτες παραγράφους της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή τις πρώτες παραγράφους της Γένεσης, να σου τίς υπενθυμίσω, να τις θυμηθούν και όσοι και όσες παρακολουθούν ή συμμετέχουν στον διάλογο, και να τις κατανοήσουμε. Στην αρχή, γράφει ο συγγραφέας J, όπως είναι γνωστός, που πιθανολογείται ότι είναι γυναίκα, σύζυγος του Σολομώντα, ο Θεός έφτιαξε τον ουρανό και τη γη, το νερό και το σκοτάδι. Μετά έφτιαξε το φως. Μετά διέκρινε τη μέρα από τη νύχτα. Μετά έφτιαξε τα φυτά και τα ζώα, μετά τον άνθρωπο και μετά άραξε. Ποιος είναι ο Θεός; Θα απαντήσουμε όπως απαντάμε μελετώντας όλα τα κείμενα της ποιμενικής γραμματείας (Ιλιάδα, Βέδες, Αβέστα, Παλαιά Διαθήκη, Μαχαμπαράτα, Κοράνιο για να αναφέρω τα βασικά): είναι αυτό που θα ήθελε να ήταν ο εβραίος ενδεής ποιμένας. Οι πρώτοι παράγραφοι της Παλαιάς Διαθήκης καταγράφουν τις επιθυμίες του εβραίου ποιμένα να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση και επομένως πιο ισχυρός από τους ανταγωνιστές του ή τους γηγενείς τους οποιους κατέσφαξε ανηλεώς, όπως διαβαζουμε στον Ιησού Ναυή: μου είπε ο Κύριος, ο Θεός, να πάω και να τους σφάξω όλους και πήγα και τους έσφαξα όλους. Ποιος είναι ο Θεός; Η απάντηση είναι απλή: η επιθυμία, από την ανάγκη και την ένδεια προερχόμενη, να γίνω πιο ισχυρός κι αυτό μπορώ να το καταφέρω μόνο σφάζοντας και κατακτώντας. Θα χαρακτήριζα τις πρώτες παραγράφους της Γένεσης ως παρανοϊκό μεγαλομανιακό παραλήρημα, όπως είναι και πολλά τμήματα της Ιλιάδας και άλλων κειμένων της ποιμενικής γραμματείας. Η διατύπωση ‘Εγώ θα ήθελα να ήμουν αυτός που έφτιαξε τη γη και τα φυτά και τα ζώα και τον άνθρωπο’ σημαίνει ‘ εγώ θέλω να φτιάξω τη γη, τα φυτά, τα ζώα, τον άνθρωπο’. Πρόκειται για την πυρηνική επιθυμία του ποιμένα – έλληνα, ινδού, ιρανού, εβραίου- να ικανοποιεί όλες τις επιθυμίες του, η πραγματικότητα να είναι η εκπλήρωση των επιιθυμιών του, των σκέψεών του, των αποφάσεών του. Είναι η γνωστή σε όλους και όλες ‘επινόηση της πραγματικότητας’. Σήμερα, οι επιθυμίες που έχει διατυπώσει η Παλαιά Διαθήκη, όπως και η Ιλιάδα, και η Μαχαμπαράτα, έχουν εκπληρωθεί ή επιχειρείται να εκπληρωθούν: και φυτά φτιάχνουμε και ζώα και ανθρώπους θα φτιάξουμε. . .Εξ ου και ο ελληνοιουδαϊκός πολιτισμός: τέτοια ταυτότητα επιθυμιών!
    Προσεγγίζω και μελετώ τα κείμενα της ποιμενικής γραμματείας με εργαλεία τη μαρξιστική, τη ψυχαναλυτική και την αφηγηματολογική μέθοδο. Επειδή τα κείμενα αυτά είναι προϊόν των ίδιων οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συνθηκών, δεν πρέπει να μας παραξενεύει που έχουν τόσα πολλά κοινά στοιχεία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *